αδιάλειπτος

[адиалиптос] εκ. постоянный, бесперерывный

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αδιάλειπτος" в других словарях:

  • αδιάλειπτος — η, ο непрестанный: η αδιάλειπτη προσευχή непрестанная молитва, (1 Θες. 5, 17) αδιαλείπτως προσεύχεσθε (1 Фес. 5, 17) непрестанно молитесь; η αδιάλειπτη ακολουθία непрерывная служба – двадцатичетырехчасовое богослужение осуществляемое в некоторых …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἀδιάλειπτος — unintermitting masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδιάλειπτος — η, ο (Α ἀδιάλειπτος, ον) [διαλείπω] αδιάκοπος, ακατάπαυστος, συνεχής …   Dictionary of Greek

  • αδιάλειπτος — η, ο αδιάκοπος, συνεχής: Τα επιτεύγματά του είναι αποτέλεσμα αδιάλειπτης προσπάθειας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀδιαλείπτως — ἀδιάλειπτος unintermitting adverbial ἀδιάλειπτος unintermitting masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιάλειπτον — ἀδιάλειπτος unintermitting masc/fem acc sg ἀδιάλειπτος unintermitting neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαλείπτοις — ἀδιάλειπτος unintermitting masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαλείπτου — ἀδιάλειπτος unintermitting masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαλείπτους — ἀδιάλειπτος unintermitting masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαλείπτων — ἀδιάλειπτος unintermitting masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.